Σελίδες

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

CESARE PAVESE ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ



 CESARE PAVESE


Επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία









Περνώντας την Πρωτοχρονιά του 1950 στη Ρώμη με τη συντροφιά δύο φίλων (του Τσίτσιο και της Νταντά που αναφέρονται μέσα στο γράμμα), ο Παβέζε γνώρισε τις αδελφές Κόνστανς και Ντόρις Ντόουλινγκ, νεαρές αμερικανίδες ηθοποιούς που έψαχναν την επιτυχία στην πρωτεύουσα του Νεορεαλισμού. Ήδη τότε, ίσως, ο συγγραφέας είχε υποσχεθεί να τις βοηθήσει με κάποιο καλό κινηματογραφικό σενάριο. Ο Τσέζαρε κεραυνοβολήθηκε από την Κόνστανς, και στις αρχές του Μαρτίου αυτή πηγαίνει και τον βρίσκει και μένουν μαζί στην Τσερβίνια και στο Τορίνο: Είναι μια σύντομη ευτυχισμένη παρένθεση, πάντοτε όμως παγιδευμένη από τη σεξουαλική απογοήτευση του Παβέζε, από την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Για την Κόνστανς δημιουργούνται τα τελευταία ποιήματα του Παβέζε, που εκδόθηκαν αργότερα με τον τίτλο Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου.

                                
 H Κόνστανς με τον Παβέζε

Στην Κόνστανς Ντόουλινγκ[1], Ρώμη



[Τορίνο] 17 Μαρτίου 1950


Αγαπητή Κόννι,

Ήθελα να κάνω τον δυνατό άνδρα και να μη σου γράψω αμέσως αλλά σε τι θα χρησίμευε; Θα ήταν μονάχα μια προσποίηση.
Σου έχω πει ποτέ ότι από παιδί έχω πάρει την πρόληψη των«καλών πράξεων», όταν έπρεπε να περάσω έναν κίνδυνο, να δώσω εξετάσεις, για παράδειγμα, πρόσεχα εκείνες τις μέρες να μην είμαι κακός, να μην προσβάλω κανέναν, να μην υψώσω τη φωνή, να μην κάνω κακές σκέψεις. Και όλα αυτά για να μην διώξω τη μοίρα μου. Τότε λοιπόν, εκείνες τις μέρες ξαναγίνομαι παιδί και διατρέχω στ’ αλήθεια έναν μεγάλο κίνδυνο, δίνω μια τρομερή εξέταση, επειδή αντιλαμβάνομαι ότι δεν τολμώ να είμαι κακός, να αδικήσω τους άλλους, να σκέφτομαι ευτελείς σκέψεις. Η θύμησή σου δεν ταιριάζει με κακές και ευτελείς σκέψεις. Σ’ αγαπώ.
Αγαπητή Κόννι, ξέρω το βάρος αυτής της λέξης, – την φρίκη και την ομορφιά – και όμως στη λέω, σχεδόν ήρεμα. Την έχω χρησιμοποιήσει τόσο λίγο στη ζωή μου, και τόσο άσχημα, που είναι σαν καινούργια για μένα.
Τώρα, είμαι μόνος με τη δουλειά μου, με το Τορίνο, με τους άλλους τον: Τσίτσιο και την Νταντά. Κανένας από τους δύο δεν μου είπε τίποτα, τόσο το καλύτερο – δεν ξέρω εάν θα μπορούσα ν’ αντισταθώ και να μην προδοθώ όπως ένα παιδί. Ο Τσίτσιο και η Νταντά είναι λιγάκι μελαγχολικοί, αυτό είναι όλο. Χθες τους έστειλα τους δίσκους στ' όνομά σου (πες στην Ντ.[όρρις] ότι έκανα οικονομία τρεις χιλιάδες λίρες ). Σήμερα το πρωί σου έστειλα τα βιβλία που είχες διαλέξει.
Αγάπη, η σκέψη ότι όταν θα διαβάσεις αυτό το γράμμα θα εί­σαι στη Ρώμη – έχοντας τελειώσει όλη η δυσκολία και η φασα­ρία του ταξιδιού -, ότι θα δεις μέσα στον καθρέφτη σου το χαμόγελο σου και θα ξαναρχίσεις τις συνήθειές σου και θα κοιμηθείς σαν καλό κορίτσι, με συγκινεί σαν να ήσουν η αδελφή μου. Αλλά εσύ δεν είσαι η αδελφή μου, είσαι κάτι πιο γλυκό και πιο τρομερό, και με το που το σκέφτομαι μου τρέμουνε τα χέρια.
Αγαπημένη. Δουλεύω για σένα, σύντομα.




[Μάρτιος του 1950]

Α(γαπητή) Κ (òννι)

καλύτερα να είσαι παρούσα πνευματικά παρά σωματικά. Αυτό είναι το πνεύμα μου (όχι εκείνο το Άγιο), το πνεύμα μιας νεότητας που είχε κάτι το ωραίο. Προσπάθησε να ξεχάσεις το ανώφελο μέρος του εαυτού μου και διάβασε (με) κάποια φορά, όταν θα νιώσεις αληθινά μόνη, όταν αυτό θα μπορεί να σου δώσει κάτι στο οποίο να πιστέψεις, όταν θα ξυπνήσεις για να αντιμετωπίσεις «μια άλλη μέρα».


Η Κόννι αποφάσισε ότι στις 20 Απριλίου θ’ αναχωρήσει για την Αμερική. Κατά τη διάρκεια μιας τελευταίας συνάντησης, στη Ρώμη, υπόσχεται να επιστρέψει σε δύο μήνες, αλλά ο Τσέζαρε νιώθει ότι ο χωρισμός είναι αναπόφευκτος. Της στέλνει, ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος Το φεγγάρι και οι φωτιές, που μόλις είχε τυπωθεί. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σ’ αυτή, με μια Σαιξπηρική επιγραφή: «Ripeness is all» (Η ωριμότητα είναι το παν), η ίδια πάνω στην οποία είχαν σταθεί ο Melville και ο κριτικός Matthissen που αυτοκτόνησε εκείνον τον ίδιο Απρίλιο του 1950. Είναι ένας οιωνός ήττας και τέλους μαζί.





Στην Κόνστανς Ντόουλινγκ , Ρώμη

[Ρώμη; Απρίλιος; 1950]
Δεν μπορώ να σου προσφέρω κοσμήματα - αξίζεις πολλά - αλλά στ’ αρχαία χρόνια έλεγαν ότι το πιο σπάνιο κόσμημα είναι μια ειλικρινής καρδιά. Πίστεψέ το.
Τσέζαρε


Είμαι δικός σου. Ζηλεύω τη Νέα Υόρκη σου.
Είχα γράψει αυτό το γράμμα πριν από το γεύμα μας. Τώρα κάτι άλλαξε. Ίσως να γυρίσεις και εγώ ν’ ευχαριστήσω «Τους Θεούς, όποιοι κι αν μπορεί να είναι αυτοί». Αγαπημένη.



[Τορίνο,] 17 Απριλίου [1950]


Αγαπημένη
Δεν έχω πλέον την δύναμη να γράψω ποιήματα. Τα ποιήματα ήρθαν με σένα και φεύγουν με σένα. Αυτό το γράμμα το έγραψα κάποιο απόγευμα πριν, κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων ωρών στο ξενοδοχείο που περίμενα, διστάζοντας, να σου τηλεφωνήσω. Συγχώρεσε τη θλίψη, αλλά με σένα ήμουνα και θλιμμένος.
Δες, ξεκίνησα με ένα ποίημα στ’ αγγλικά και τελειώνω μ’ ένα άλλο. Υπάρχει μέσα σ’ αυτά η ευρύτητα εκείνου που δοκίμασα μέσα σ’ αυτό το μήνα, ο τρόμος και ο θαυμασμός.
Πολυαγαπημένη μην θυμώνεις. Εάν μιλάω πάντοτε για συναι­σθήματα που εσύ δεν μπορείς να συμμεριστείς, τουλάχιστον μπορείς να καταλάβεις. Θέλω να ξέρεις ότι σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Οι λίγες μέρες του θαύματος που πήρα από τη ζωή σου ήταν υπεραρκετές για μένα – ωραία, περάσανε, τώρα αρχίζει η φρίκη, η γυμνή φρίκη και είμαι έτοιμος γι' αυτό. Η πόρτα της φυλακής πάει να κλείσει ξαφνικά.
Πολυαγαπημένη δεν θα γυρίσεις πια σε μένα ακόμη κι αν ξανάρθεις στην Ιταλία. Και οι δυο μας έχουμε κάτι να κάνουμε στη ζωή γεγονός που καθιστά απίθανο να συναντηθούμε πάλι, ούτε να το συζητώ για να σε παντρευτώ, όπως πίστεψα απελπισμένα. Αλλά η ευτυχία είναι κάτι που το λένε – Χάρρυ ή Τζόννυ – όχι Τσέζαρε. Θα πιστέψεις – τώρα που δεν μπορείς πλέον να με υποπτευ­θείς ότι «παίζω θέατρο» για να σε παγιδεύσω με κάποιον τρόπο - ότι απόψε έκλαψα όπως ένα παιδάκι συλλογιζόμενος τη μοίρα μου, και τη δική σου, φτωχή, δυνατή, ικανή, απελπισμένη γυναίκα που παλεύεις με τη ζωή;
Εάν έχω πει ή έχω κάνει κάτι που δεν επικροτούσες, συγχώρεσέ με. Εγώ σε συγχωρώ για όλο αυτό τον πόνο που τρώει την καρδιά, ναι, τον καλωσορίζω. Αυτός ο πόνος είσαι εσύ ο αληθινός τρόμος και ο θαυμασμός για σένα.
Ανοιξιάτικο πρόσωπο γεια σου. Σου εύχομαι καλή τύχη σε όλες σου τις μέρες και έναν ευτυχισμένο γάμο. Ναι.
Θα προλάβεις να πάρεις Το φεγγάρι και οι φωτιές.1 Ίσως να σε περιμένει ήδη στην North Vista Avenue πριν να φθάσεις. Είμαι τόσο χαρούμενος που έχει τ’ όνομά σου. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ ολοκλήρου – πριν να σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να ’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό;
Ανοιξιάτικο πρόσωπο,2 εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολη, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. Και όμως σε συμπονώ. Μην το ξεχάσεις.


Τσ



Στις 24 Ιουνίου ο Παβέζε είναι στη Ρώμη, όπου παίρνει το Βραβείο Στρέγκα. Στην κοσμική εκδήλωση τον συνόδευσε η Ντόρις, ενώ ο ίδιος ήταν λίγο διστακτικός και σαστισμένος.

«Στη Ρώμη, αποθέωση και τι μ' αυτό; Έφτασε η ώρα. Όλα γκρεμίζονται. Την τελευταία χαρά την πήρα από την Ντόρις, όχι από εκείνην. Ο στωικισμός είναι η αυτοκτονία. Εξάλλου στα μέτωπα οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν και πάλι (η σημείωση στο Ημερολόγιο, αναφέρεται στον πόλεμο της Κορέας).


                                   με την Ντόρις

Στη Ντόρις  Ντόουλινγκ , Ρώμη



[Τορίνο] Ιούλιος 6 [1950]
Αγαπητή Ντόρις
ωραία, πήρα από την Κ. ευχάριστη και ενθαρρυντική κάρτα από το Νέο Μεξικό (της 27 Ιουνίου) και ήμουν πολύ λυπημένος γνωρίζοντας, όπως γνωρίζω, ότι δεν θα γυρίσει ποτέ. Αισθανόμουνα όπως ένας άνθρωπος στον οποίο λέγεται με διφορούμενο τρόπο ότι έχει, καρκίνο. Κανένας δεν μπορεί να έχει πολλά από τη ζωή (!) αλλά όλα αυτά που έχει κάποιος φαίνονται άχρηστα. Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν' αγκαλιάζω τις σκιές.
Ωραία, η Ρώμη ήταν μεγάλη, αλλά τι θα ήταν χωρίς τη δική σου στοργικότητα και τη δική σου φροντίδα; Μ' έκανες να νιώθω ήσυχα μαζί σου και με τη μοίρα μου - πράγμα δύσκολο - στάθη­κες μια πραγματική φίλη, μια αφοσιωμένη αδελφή, κάτι που δεν γνώριζα - γιατί δεν μπορεί κανείς να νιώθει πάντα έτσι. Γιατί υπάρχουν πόλεμοι, απειλές, αγάπη, έρωτας, ωκεανοί και καρκίνος;
Ελπίζω ότι θα συμβεί κάτι που θα σε κρατήσει πιο πολύ στην Ιταλία. Αυτό που μένει τώρα είναι να δουλέψω για τις αδελφές. Μη γελάς, είμαι σχεδόν γέρος.
Η Νταντά ήταν ευτυχισμένη και δεν βλέπει την ώρα να σε ξαναδεί. Γιορτάζουν για μένα (εννοώ όλο το Τορίνο και η Ιταλία) σαν ένα μικρό Καίσαρα και γω συμπεριφέρομαι όσο περισσότερο χαριτωμένα μπορώ. Το άσχημο με αυτά τα πράγματα είναι ότι έρχονται πάντοτε όταν κάποιος τα ’χει ήδη ξεπεράσει και κυνηγάει θεούς παράξενους και διαφορετικούς.
Ωραία, Ντόρις, από το Σάββατο ως τη Δευτέρα 8 - 10, θα πάω να επισκεφτώ (για τελευταία φορά) το χωριό μου. Μην μου τηλε­φωνάς εκείνες τις μέρες. Μετά θα είμαι δικός σου και πάλι.
Χαιρέτησε τον Χάρρυ και τον Νίκο, και επέμεινε στο μικρό μας πρόβλημα.

Αγάπη





Tσέζαρε
_____________________

1. Μυθιστόρημα του Παβέζε (Σ.τ.μ.)
2. Έτσι προσφωνούσε ο Παβέζε την Κόνστανς Ντόουλινγκ. Βλ. και το ποίημα «Οι γάτες θα το ξέρουν». (Σ.τ.Μ.)



Στις 24 Ιουνίου ο Παβέζε είναι στη Ρώμη, όπου παίρνει το Βραβείο Στρέγκα. Στην κοσμική εκδήλωση τον συνόδευσε η Ντόρις, ενώ ο ίδιος ήταν λίγο διστακτικός και σαστισμένος.


«Στη Ρώμη, αποθέωση και τι μ’ αυτό; Έφτασε η ώρα. Όλα γκρεμίζονται. Την τελευταία χαρά την πήρα από την Ντόρις, όχι από εκείνην. Ο στωικισμός είναι η αυτοκτονία. Εξάλλου στα μέτωπα οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν και πάλι (η σημείωση στο Ημερολόγιο, αναφέρεται στον πόλεμο της Κορέας).




Ο Παβέζε, μπαίνοντας τώρα στην πιο οξεία φάση της καταθλιπτικής του κρίσης, περνάει ορισμένες μέρες του Αυγούστου του 1950 στη Bocca di magra (παραθαλάσσιο χωριό κοντά στη Γένοβα): εκεί γεννιούνται οι επιστολές σε μια κοπέλα που την αποκαλεί με το προσωνύμιο Πιερίνα. Στην πρώτη επιστολή, εκφράζεται ήδη μια σταθερή επιθυμία αποχαιρετισμού, η ίδια που παρουσιάζεται σε όλες τις επιστολές (στους συγγενείς, στους φίλους, στους θαυμαστές) εκείνου του Αυγούστου που για τον Παβέζε δεν θα τελειώσει.


Σένα κορίτσι, Bocca di Magra


(Sarzana; Αύγουστος 1950)


Αγαπητή Πιερίνα,

χθες το βράδυ επιστρέφοντας είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Δεν το ήξερα ότι έφθασα σ’ αυτό το σημείο. Ήσουν πολύ κα­λή για να μη μου πεις την κατάστασή μου νωρίτερα.
Πρέπει να είπα και να έκανα πολλές παραξενιές και χοντράδες, χθες βράδυ, αυτές τις μέρες. Αντιλαμβάνομαι ότι συμβαίνει πάντα ενώ εσύ χορεύεις ανάμεσα στον κόσμο. Αλλά και να απο­μονωθώ, να μείνω μόνος, θα ήταν μια άξεστη παραξενιά.
Ήθελα να πάω μόνος μου στην Sarzana να μείνω εκεί, να απομονωθώ, και μετά εάν μου έμενε το κουράγιο να έρθω στην Bocca τελικά, όπως στην ιστορία του επαρχιώτη εκείνου του Ορέστη, τον φοιτητή με την αγροτική καταγωγή, που ήταν ερωτευμένος με την Γκαμπριέλα. Έτσι κάνω και γω.
Γιατί όλα αυτά; θα πεις εσύ, και γιατί μετά θα μου το γράψεις; Βλέπεις, όταν η κουβέντα αφορά εμένα και σένα έχω τα χέρια μου δεμένα – υπάρχει μια τέτοια δυσαναλογία καταστάσεων ψυχής μεταξύ των δυο μας, που τα ίδια μουντά λόγια επιστρέφουν στο στόμα και με πληγώνουν.
Χρειάζεται λοιπόν να καταφέρω να ελέγχω αυτόν τον οργασμό. Σκέφτομαι, ότι είναι η μουσική που χορεύεις που σκάβει μέσα μου που μου ταράζει το αίμα, που κάνει το πρόσωπο μου σκληρό (αλλά είναι το σκληρό πρόσωπο ενός αυτόχειρα, τίποτε άλλο).
Σήμερα το πρωί σου γράφω, κύριος του εαυτού μου και πληγωμένος. Θα πάω στη Bocca, θα προσπαθήσω να μην γυρίσω το βρά­δυ για το χορό και θα σε περιμένω εκεί τη Δευτέρα. Πιερίνα, σε παρακαλώ, μην εξαφανιστείς – εγώ σε αγαπώ.


Παβ.





[Bocca di magra, Αύγουστος 1950]


Αγαπητή Πιερίνα,
κατέληξα να σου δώσω αυτή την λύπη ή αυτή την ενόχληση αλ­λά πίστεψε δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Η άμεση αιτία είναι η δυσκολία αυτής της καταδίωξης όπου, μη χορεύοντας και μη οδηγώντας μένω πάντοτε χαμένος, αλλά υπάρχει μια αιτία περισσότερο αληθινή. Είμαι, όπως λέμε, στο τέλος του καντηλιού. Πιερίνα, θα ήθελα να είμαι αδελφός σου – πρώτ’ απ’ όλα γιατί έτσι θα υπήρχε ανάμεσά μας ένας δεσμός όχι μάταιος, και έπειτα για να μπορούσες να με ακούσεις και να με πιστέψεις με εμπιστοσύνη. Εάν είμαι ερωτευμένος μαζί σου δεν είναι μονάχα επειδή, όπως λέγεται, σε ποθούσα, αλλά επειδή είσαι του ίδιου επιπέδου με μένα, και κινείσαι και μιλάς όπως, ως άνδρας, θα έκανα εγώ εάν αντίθετα με το να μάθω να γράφω, είχα το χρόνο να μάθω να σταθώ στον κόσμο. Άλλωστε, υπάρχει η ίδια χάρη και σιγουριά σ’ αυτό που έχω γράψει και στις δικές σου μέρες. Άρα ξέρω σε ποιον μιλάω.
Όμως εσύ, όσο ξερή και σχεδόν κυνική και να είσαι δεν είσαι στο τέλος του καντηλιού όπως εγώ. Εσύ είσαι νέα, απίστευτα νέα, είσαι αυτό που ήμουν εγώ στα εικοσιοκτώ μου όταν, αποφασισμέ­νος να αυτοκτονήσω δεν ξέρω από ποια απογοήτευση, δεν το έκανα – ήμουν περίεργος για το αύριο, περίεργος για μένα τον ίδιο – η ζωή μου φαινόταν φρικτή αλλά έβρισκα ακόμη ενδιαφέροντα τον εαυτό μου. Τώρα συμβαίνει το αντίθετο: ξέρω ότι η ζωή είναι ωραία, αλλά ξέρω επίσης ότι εγώ έμεινα έξω απ’ αυτήν, από δική μου ευθύνη, και ότι αυτό είναι μια μάταιη τραγωδία, σαν να έχεις τον διαβήτη ή τον καρκίνο των καπνιστών.
Μπορώ να σου πω αγάπη μου, ότι ποτέ δεν ξύπνησα με μια γυναίκα δική μου στο πλάι μου, ότι όποια αγάπησα δεν με πήρε ποτέ στα σοβαρά, και ότι αγνοώ το βλέμμα της ευγνωμοσύνης που απευ­θύνει μια γυναίκα σ’ έναν άνδρα, και θυμήσου ότι, εξαιτίας της δουλειάς που έκανα, είχα τα νεύρα πάντα τεντωμένα και τη φαντα­σία έτοιμη και καθαρή, και τη γεύση από τις αποκαλύψεις των άλ­λων. Και ότι βρίσκομαι στον κόσμο εδώ και σαρανταδύο χρόνια. Δεν μπορεί να καεί το κερί και από τις δύο μεριές – στη δική μου περίπτωση το ’χω κάψει όλο μόνο από τη μια μεριά και η στάχτη είναι τα βιβλία που έγραψα.
Όλα αυτά σου τα λέω όχι για να σε συγκινήσω – ξέρω τι αξί­ζει ο οίκτος, σ’ αυτές τις περιπτώσεις – αλλά για κατανόηση, για να μην πιστέψεις ότι όταν είχα μούτρα το έκανα για σπορ ή για να γίνομαι πιο ενδιαφέρων. Είμαι τώρα πια μακριά από πονη­ριές. Ο έρωτας είναι σαν τη χάρη του θεού. Η πονηριά δεν χρειά­ζεται. Όσο για μένα, σ’ αγαπώ Πιερίνα, σ’ αγαπώ διαρκώς. Ας το ονομάσουμε το τελευταίο τρεμόσβημα του κεριού.
Δεν ξέρω εάν θα ειδωθούμε ξανά. Εγώ θα το ήθελα – κατά βά­θος δεν θέλω τίποτε άλλο παρά αυτό – αλλά αναρωτιέμαι συχνά τι θα σε συμβούλευα εάν ήμουν αδελφός σου. Δυστυχώς δεν είμαι.
Αγάπη μου


Παβ.





Μια τελευταία, στοργική, σύγκρουση με την ευθυκρισία της αδελφής του Μαρίας, όπως στα χρόνια της εξορίας. Σ' αυτήν, που βρίσκεται στο Σάντο Στέφανο, ανακοινώνει ότι νοίκιασε ένα δωμάτιο στο Ξενοδοχείο «Η Ρώ­μη», απέναντι από το σιδ. σταθμό του Τορίνο.


Στην αδελφή του Μαρία, Σάντο Στέφανο Μπέλμπο

[Τορίνο] 17 Αυγούστου [1950]


Αγαπητή μου Μαρία,

το κλειδί το είχα. Όλα πάνε καλά, εκτός από το φως που δεν δουλεύει.
Τακτοποιήθηκα σ' ένα ξενοδοχείο που μου κοστίζει ελάχιστα και κοιμάμαι περίφημα. Δεν είναι απαραίτητο να γυρίσεις τη Δευτέρα 21 του μήνα. Μπορείς να μείνεις μέχρι το τέλος. Τα που­κάμισα και τα ρούχα μου τα καθαρίζω στο ξενοδοχείο. Είμαι πλούσιος. Μόνο για μια νουβέλα μου δώσαν 30.000 λίρες.
Χαιρέτα μου τη Φεντερίκα και ευχαρίστησε την για το σημείωμα και πες της ότι εάν ο Θεός μου έδωσε μεγάλα χαρίσματα, έχει όμως δώσει επίσης τον καρκίνο σε πολλούς, άλλους τους έκανε ηλίθιους, άλλους τους έκανε να πέφτουν όταν ήταν μικροί... Δεν μπορείς να δεις που βρίσκεται αυτή η μεγάλη καλοσύνη. Εκτός κι αν πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε είτε σε χτυπά είτε σε χαϊ­δεύει και τότε δεν καταλαβαίνω πια τίποτα. Αλλά ας μαλώσουμε μια άλλη φορά. Σου στέλνω 5.000 λίρες για τον ιερέα του Castellazzo έτσι θα συνεχίσει να κηρύττει παραμύθια. Ας ελπίσουμε ότι τα πιστεύει τουλάχιστον αυτός. Να είστε καλά. Εγώ είμαι καλά, όπως ένα ψάρι στον πάγο.
Χαιρετισμούς στον Γουλιέλμο.


Τσέζαρε


Στους Τούλιο και Μαρία –Χριστίνα Πινέλλι
[Τορίνο] 21 Αυγούστου [1950]


                                                                                                                                          
Αγαπητή μου Μαρία-Χριστίνα Αγαπητέ μου Τούλιο,

ζηλεύω το χριστιανικό πείσμα σας Είμαι πολύ κακόκεφος. Το Βραβείο ποιος το θυμάται; Είναι ψεύτικα πράγματα. Αξίζει τον κόπο αυτή η δόξα; Είμαι σαν τον Λαοκόωντα: στεφανώνομαι καλλιτεχνικά με τα φίδια, και θαυμάζομαι, έπειτα κάθε τόσο αντιλαμβάνομαι την κατάσταση στην οποία είμαι και τότε τινάζω από πάνω μου τα φίδια τους τραβάω την ουρά και αυτά στριφογυρίζουν και δαγκώνουν. Είναι ένα παιχνίδι που διαρκεί εδώ και είκοσι χρόνια. Αρχίζω να έχω αρκετά απ’ αυτά. Δεν έψαξα να βρω κανέναν φίλο στη Ρώμη, γιατί δεν το ήθελα. Να ζείτε ευτυχισμένοι και ας ελπίσουμε να ειδωθούμε - ποιος ξέρει - μακάρι στον ουρανό.


Παβέζε


Η δημοσιογράφος Μπόνα Αλτερόκκα, την οποία ο Παβέζε την εμπιστεύτηκε σε μια στιγμή απελπισίας, του γράφει λίγες στοργικές γραμμές για να τον αποσπάσει από την ηθελημένη απομόνωση εκείνου του καλοκαιριού.


Στην Μπόνα Αλτερόκκα , Τορίνο


[Τορίνο], 23 Αυγούστου [1950]


Αγαπητή Αλτερόκκα
όχι. Έχω άλλα στο κεφάλι μου. Χρειάζεται μια θεραπεία σιωπής. Λυπάμαι αλλά, εάν ξέρω κάτι καλά είναι αυτό.


Παβέζε



 
Στον Τζιουζέππε Βαουντάνια, Τορίνο

Αύγουστος, Παρασκευή, Τορίνο ταχυδρομική σφραγίδα της [25 Αυγούστου 1950]

Αγαπητέ Τζιουζέππε,
τι είναι αυτές οι υστερίες; Λυπάμαι που είχα μια απελπισμένη χροιά μιλώντας με τον Άντελε, αλλά είναι απλώς ότι η ψυχή μου είναι σημαδεμένη για δικούς μου λόγους, είμαι κομμάτια, δεν έχω διάθεση να δω κανέναν και θα πλήρωνα όλο το χρυσάφι του κόσμου έναν δολοφόνο για να με μαχαίρωνε στον ύπνο μου. Προφανώς όλα αυτά γίνονται αντιληπτά από τη φωνή.
Ούτε ψάχνω για παρηγοριά. Δεν έχω διάθεση, ούτε ζωή. Τραβάω μπροστά για λογαριασμό μου, ελπίζοντας ότι γρήγορα όλα θα έχουν τελειώσει.
Για σένα και για τις αδελφικές σου διαμαρτυρίες χρωστώ ευγνωμοσύνη και αναγνώριση.
Μη σκέπτεσαι τίποτε άλλο. Αντίο.


Παβέζε



Στον Μάριο Μόττα, Ρώμη


[Τορίνο], 26 Αυγούστου [1950]

Αγαπητέ Μόττα,

δεν υπάρχουν νέα. Εμπιστεύομαι τα σχέδιά σου. Για τον Φορτίνι μπορείς να δημοσιεύσεις αυτό που θέλεις, δεν έχω καμιά πρόθεση ν’ απαντήσω.


Ποια «γύρισε»; Η αμερικάνα; Έχω άλλα να σκεφτώ.


Αντίο.                                                                                                                                                                          Παβέζε








_________________
Η επιλογή των επιστολών έγινε από το βιβλίο Τσέζαρε Παβέζε Vita attraverso le lettere, εκδόσεις Einaudi. Οι επιστολές αυτές δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό οδός Πανός τχ. 115, Ιανουάριος – Μάρτιος 2002.






[1] Η Κόνστανς Ντόουλινγκ γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη. Ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της ηθοποιού  Ντόρις Ντόουλινγκ. Πριν από την πορεία της στο Χόλυγουντ, η Ντόουλινγκ εμφανίστηκε σε αρκετές παραγωγές του Μπρόντγουεϊ. Ξεκίνησε την καριέρα της στην μεγάλη οθόνη με την ταινία Up in Arms (1944). Στη συνέχεια εμφανίστηκε  σε μερικές ακόμα ταινίες, συμπεριλαμβανομένου και του φιλμ-νουάρ Black Angel (1946), αλλά η κινηματογραφική της καριέρα δεν είχε συνέχεια.
Έζησε στην Ιταλία από το 1947 μέχρι το 1950 και εμφανίστηκε και σε μερικές ιταλικές ταινίες. Επέστρεψε στο Χόλυγουντ την δεκαετία του 1950. In 1955, Το 1955, παντρεύτηκε τον κινηματογραφικό παραγωγό Ivan Tors, με τον οποίο απέκτησε τρεις γιους. Μετά από αυτόν τον γάμο αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Στις 28 Οκτωβρίου του 1969, πεθαίνει 49 χρονών, από καρδιακή προσβολή. (Σ.τ.Μ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου