Σελίδες

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012






ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ





Ν, ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ




ύψιλον / βιβλία














Ηούς και εσπέρας τέρματα, άρκτος και αντίον της άρκτου ούρος αιθρίου Διός

Ηράκλειτος







Στην Πάι Φουν Λιάν,

διότι







ΕΙΣΑΓΩΓΗ





Το βουνό είχε γείρει προς τη δύση

πέρδικες πετούσαν άφοβα μες στα σπίτια

γαλάζιο φως γλιστρούσε πάνω στην πεδιάδα,

σαν επιθυμία.



Το αγιάζι τώρα,



η ευεργεσία



ο μελισσοφάγος αρχίζει τη μνήμη.













ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ Ε! ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ



Δεν τις παίρνει κανείς στα σοβαρά



όσο κι αν τις πιέζει ο χρόνος

εκείνες ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν

η μια μετά την άλλη πολλαπλασιάζουν

το μήνυμα με συνέπεια και σπάνια χάρη

διορθώνουν αποστάσεις και εικόνες

στοιβάζουν συνεχώς υγρή σοφία

εφήμερες αιωνόβιες εφήμερες

έλα κοντά μου, κοίτα ξανά:



Οι νιφάδες του πρώιμου χιονιού

βιάζονται να αφήσουν πάνω

στα μαύρα κλαδιά το επισκεπτήριό τους

λίγο προτού λιώσουν είναι αποφασισμένες

να γράψουν τη μόνη λέξη

που έμαθαν σωστά στον ουρανό:



πλή-ρω-μα



πλήρωμα



ούτε που τις υποψιάζονται οι πολλοί

είναι όλες τους όμως σταθερά εκεί

όσο κι αν τις πιέζει ο χρόνος επιμένουν

έχουν βαλθεί να μάς ορθογραφήσουν.







ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΑΠΛΗ) ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ





«Μέσα από τα φύλλα της πορτοκαλιάς

περνά η μέρα, καθαρίζει τα φτερά της

ασημένια λόγια αιωρούνται: μεσημέρι.

Με το δεξί χέρι δείχνεις τη θάλασσα,

μια απουσία ύλης, αύριο θα την πεις

αναχώρηση. Φυσάει,

τ’ αυτιά μου γέμισαν χώμα, φίλτρο αλήθειας.»



Έγραψα κι έμεινα εκεί.

Να θυμηθώ ακόμη να θυμηθώ:



«Τ’ αυτιά μου γέμισαν αλήθεια, φίλτρο άμμου

φυσάει, επιστροφή

μια παρουσία, η ύλη, αύριο θα την πεις

θάλασσα(πάλι και πάλι)

με το αριστερό χέρι δείχνω

τ’ ασημένια μου δευτερόλεπτα –

πώς κατρακυλούν, πώς επιστρέφουν εδώ που είμαι,

πρωινό στο Κάιρο, ή σκέψη Φολέγανδρος –

περνά το ίδιο γεράκι πάντα

καθαρίζει τα φτερά του στο απόβροχο

άχρονο.»



Γράφω και μένω εδώ

παρόν

ανεξάντλητο.









ΕΜΜΟΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ



(1)



Σ’ έμαθε να περπατάς, να βλέπεις·

το μεσημέρι χάνεται μέσα στη βροχή

φεύγει με τα πουλιά,

θαμπώνει

σα να γράφεται αλλού

σχέδιο με πενάκι μάλλον

στη ράχη ενός ροδάκινου·





φαίνεται όμως πάλι στη θέση του

όταν ξανοίγει ο καιρός

με τις μπιγκόνιες του να λάμπουν

όταν διαβάζεται ο ουρανός

σαν πίστη

ξεπροβάλλει



ο κήπος.









(2)



Εξάντας, εκείνα τα λευκά ροδόδεντρα



(3)



Ένα σχέδιο διαφυγής

στην ενδοχώρα των μυστικών

ματαιώνεται:



στον ύπερο του λωτού

καρφώθηκε η λιμπελούλα.



(4)

Οι παιωνίες πάλι δεν χόρτασαν βροχή



το χνούδι των φύλλων σ’ εκλιπαρεί τώρα

για λίγες ακόμη σταγόνες



νερό σπέρμα σάλιο



ό, τι να’ ναι.





(5)



Η ιτιά βουβή σήμερα

από το πρωί ούτε ένα χρησμό.

Ο αυλός μόνο λέει τ’ όνομά σου

από το αντικρινό λιβάδι ·



θα το σκεπάσει όμως κι αυτό

η νεροσυρμή

που κατεβαίνει από τον Πάρνωνα.





Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΤΣΙΚΝΙΑ



Στον αέρα πώς ψηλά ν’ ανέβω, οι φλόγες παντού

με προλαβαίνουν και δεν έχω άλλα σχέδια φτερά.

Πού να πέφτει ο βοριάς, πού να είναι η Λιβύη;

Μπερδεύω σήματα, θα καρφωθώ στο μαύρο δέντρο.



ARS POETICA



Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών

τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά

την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα στους ψιθύρους

της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους



ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,

ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –

σού μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε

για την δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών



των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσέληνου,

ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς

μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη



ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι

ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό-

πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου.







ΚΑΤΑΛΛΑΓΗ





Ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς

η χλωρή σκιά,

όχι σαν απειλή



η έλευση

η αναχώρηση

η έλευση



μια συντροφιά,



το χαμένο μελίσσι

που δεν χάθηκε ποτέ.





ΤΑ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΜΑΤΩΝ



Υπόσχεση

που ανανεώνεται κάθε μέρα

την ίδια ΠΑΝΤΑ ώρα·



είναι ο τρυποκάρυδος,

που ψάχνει το όνομα,

το επίθετό σου,

στο ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ

πρώτη σειρά από τα δεξιά

απέναντι



στο πολυσύλλαβο δασάκι



μετά το κλάμα.





ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ



Δύσκολο, βαρύ πρωινό

ξεδιψάει όμως με τα πέταλα της βροχής

ο κοκκινολαίμης



αμέριμνος·

ή μάλλον όχι



ένα κλαδί είναι ο κόσμος

και θα σπάσει

γι’ αυτό και σε λίγο θα πετάξει



μήπως και σωθεί.

ΟΙ ΔΗΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ



Εκείνα τ’ άσπρα πουλιά χαμηλώνουν κι άλλο

γερανοί της Σιβηρίας,

οι αργυροτσικνιάδες των μεγάλων αποστάσεων



στο ειλητάριο του δικού μας ουρανού τώρα



δημότες της φυγής.









Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ



Πετούν κιόλας μακριά

μόλις που διακρίνονται

στην ομίχλη της παραλίας

θα έχουν στεγνώσει τα αίματα στα φτερά

στα ράμφη



ωριμάζουν μέσα στη γοητεία της αρπαγής

οι κορμοράνοι.







ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ



Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις





Δεν είναι πια το αδέσποτο

γιασεμί της ειλικρίνειας



ούτε βέβαια το άρωμα

ενός ανέμελου χθες



αλλά ο βρυχηθμός του λυκόφωτος.



Η τσίχλα έχει κιόλας κουρνιάσει

σε μια παράγραφο ερήμου

δικαιωμένη

άτρωτη.







Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΑΥΤΙΣΗ



Πάνω από τη λίμνη με τα τραγούδια,

στο Μεσολόγγι,

το αργό

σίγουρο πέταγμα του πελαργού.



Πάνω από τη λίμνη της Καστοριάς,

το ψιλοβρόχι να τονίζει τις λεπτομέρειες των πτήσεων.





Η επιβεβαίωση των μετεωρισμών αυτή τη στιγμή,

πάνω από τη μεγάλη, τεχνητή λίμνη

του Θερινού Παλατιού στα πρόθυρα του Πεκίνου



είναι ο ίδιος πελαργός που μ’ εξετάζει τώρα αυστηρά

να δει αν θα μπορέσω και πόσο ν’ αντέξω μεταφορές.





ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ



Έρχεται σχεδόν στο ύψος μου

βουτηγμένο στα σκουπίδια

στην άκρη της πλατείας

αναποδογυρίζει σημασίες πολιτισμού

κάτι να βρει να φάει

αλλά ήρεμο,



λες και πέρασε έως τώρα

δύο φορές μέσα από την

αιωνιότητα

το μαραμπού.







Ν, ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ



(1)



«Μόνο λήθη περιέχει αυτό το απόγευμα;»

Πες το καλύτερα από την αρχή χωρίς ντροπή

με τα μάτια κλειστά στη δυνατή βροχή του Μάρτη

«Μόνο λήθη μάς μαθαίνει αυτό το απόγευμα;»



Ξεναγοί και φύλακες τα τρυγόνια, θεμέλια

ναών πυρπολημένων φορτωμένα τώρα με

γαλήνη θα γίνουν η θετή μας πατρίδα, μέρες

σαν το πόσιμο νερό κύλησαν μέσα σε φράσεις



επιμύθια των ιστορικών, άγονη γραμμή

χαρτί ο πολιτισμός τσαλακωμένο, αέρας

το σηκώνει ψηλά μαζί με τα πουλιά των βάλτων·



κάθε πλανήτης που ανάβει πιο κοντά μάς φέρνει

σε ό,τι έδειξε το κάρμα, σε όποιο όνειρο

μάς λέει ότι είμαστε κι εμείς σώμα αστρικό.



(2)



Κι η ακρόαση μέρα νύχτα, γιατί έτσι πρέπει

με το αυτί απαλά στη χλόη, μέσα στις ρίζες

βαθιά στην ιστορία των χαμένων μας ερώτων

το μυθικό παρόν, το βλέπω: κέρδος καθαρό·



θα ’ρθει η δίκαιη στιγμή να τα χωρέσει όλα

να γίνει ο καιρός έλεος, το ταπεινό χρώμα

άσκηση ζωγραφικής για τα παιδιά μας είναι ο

Παράδεισος-λέξεις που χάθηκαν, ξαναβρέθηκαν



όπως χρυσάφι, ντύνουν απληστία και οδύνη

όσα θέλησες με τόσο πείσμα, σκεπασμένα πια

από τις ήττες οικογενειών, σε αναζητούν·



κι ο ουρανός, αυτό το σπάταλο βλέμμα, μια λύση

ευκαιρίας, το κέλυφος των επινοήσεων·

με λένε κόκκο της άμμου, μαθαίνω να θυμάμαι.



(3)



Στις πορείες, στην έρημο των δωματίων πάντα

ως τις ανάσες του τέλους, ο σύντροφος, ο τρόμος

θες να μάθεις πώς προφέρεται σωστά η θάλασσα

μόνο απορίες είσαι, σαν την άγρια φύση:



«Σαν τους αγγέλους του Ταλμούδ, που αφού το θεό τους

υμνήσουν, γκρεμίζονται μετά στην ανυπαρξία

όλοι μαζί, έτσι κι εγώ θα σβήσω στο στόμα

στο χάος του «μάλλον όχι» και του «δήθεν ναι» χωρίς



να προλάβω την άνοιξη, το άλλο καλοκαίρι;»

Το τραπέζι είναι στρωμένο, θα μείνεις μαζί μου

έτσι κι αλλιώς έξω ο κόσμος στον τροχό είναι



των πολέμων δεμένος, στην κατάρα της πείνας·

το παράθυρο έχει ήδη ματώσει, η πόλη

άκυρη, ανεβαίνει κόμπος στο λαιμό η νίκη.





(4)



Η αγαλλίαση, από πού άραγε να φτάνει

ως εδώ, το κρασί έχει τελειώσει τα τσιγάρα

δεν έχουν νόημα πια, λυδία λίθος η λέξη

που μόλις μού έδωσες: «ανάπαυση». Σαν το νέο



χιόνι όλα ξαναγυρίζουν στη θέση τους, τρελά

πετούν από χαρά τα χελιδόνια που μας βλέπουν

από την κόλαση να επιστρέφουμε γεροδε-

μένοι, θητεία που έληξε σε γνώση μυστική·



έλα ας θάψουμε βαθιά στην αυλή μας τη θλίψη

του χειμώνα και την ανώφελη εγκαρτέρηση

μέσα στις θύελλες των εποχών, είμαστε από



το χώμα που ξέρει τη βοσκή του, θα περάσουν οι

αιώνες για να φτάσουμε πάλι εδώ: Μεθώνη

πυγολαμπίδων μαρμαρυγή, σταθερή πορεία.







ΑΛΛA ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ


Π ο ί η σ η


Φόρμες και άλλα ποιήματα 1970-1973, Κούρος 1974

Κι άλλη ποίηση, Κούρος 1976

Όλοι κοιμούνται στο καράβι, Εγνατία-Τραμ 1979,

Ύψιλον,1983 και 1999

Ο δράκος του μεσημεριού, Ύψιλον 1983 και 1999

Παράφραση της νύχτας, Ύψιλον 1989 και 1999

Γεωγραφία κινδύνων, Ύψιλον 1994

Χρυσαλλίδα στον πάγο, Ύψιλον 1999

Υστερόγραφα Γης, Ύψιλον 2004

Λεπτομέρειες κόσμων, Ύψιλον 2006

Π ε ζ ο γ ρ α φ ί α


Ασία, Ασία (Σινικές και άλλες μαρτυρίες)Κέδρος 1999 και 2000 (Κρατικό Βραβείο 2000)


Πιο μακριά δεν γίνεται, Ελληνικά Γράμματα 2003

Αλέξανδρος Μπάρας, Μια παρουσίαση,

Γαβριηλίδης«εκ νέου», 2004

Στην απαγορευμένη πόλη(Μαρτυρίες από την Άπω Ανατολή),Κέδρος 2004

Με τις Μογγόλες(Μαρτυρίες, συνεκδοχές), Κέδρος 2005

Έρωτες τοπίων (Μαρτυρίες, μεταφορές), Κέδρος 2007



Μ ε τ ά φ ρ α σ η



Jorge Luis Borges, Το βιβλίο των Φανταστικών Όντων, Libro 1983, 1988, 1991, 1998, 1999και 2005

Raymond Chandler, Η Κυρία της λίμνης, Οδυσσέας 1982, Ερατώ 1991(με το ψευδώνυμο Κωνσταντίνος Αργυρός)

Galway Kinnell, Ποιήματα, Πλανόδιον, τεύχος 15, Δεκέμβριος 1991

John Luther Long, Μαντάμ Μπάτερφλαϊ, Ηλέκτρα 2007











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου